
Σύμφωνα με τα άρθρα 5 επ. του ν. 4738/2020, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον ν. 5313/2026, ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός Ρύθμισης Οφειλών αποτελεί ενιαία, πολυμερή διαδικασία ρύθμισης των οφειλών φυσικών και νομικών προσώπων προς χρηματοδοτικούς φορείς, προς το Δημόσιο και προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης, η οποία διεξάγεται αποκλειστικά ηλεκτρονικά, μέσω της πλατφόρμας της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (άρθρο 29), χωρίς προσφυγή στο δικαστήριο. Η πλατφόρμα αντλεί αυτόματα τα οικονομικά και περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη από τη Φορολογική Διοίκηση, τον e-ΕΦΚΑ, τα πιστωτικά ιδρύματα και τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, και με βάση αυτά ειδικός αλγόριθμος υπολογίζει τη βιώσιμη μηνιαία δόση, συνεκτιμώντας το εισόδημα, την περιουσία και τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης του νοικοκυριού.
Κατά το άρθρο 7 του νόμου, αίτηση μπορούν να υποβάλουν τα φυσικά και νομικά πρόσωπα με πτωχευτική ικανότητα, εφόσον το σύνολο των οφειλών τους προς τους ανωτέρω πιστωτές υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ. Το όριο αυτό, που ανερχόταν προηγουμένως σε δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ, ισχύει από τις 27 Ιουλίου 2026, ενώ καταργήθηκε και ο περιορισμός για τους οφειλέτες των οποίων οι οφειλές αφορούσαν κατά το μεγαλύτερο μέρος έναν μόνο πιστωτή. Αποκλείεται η αίτηση όταν εκκρεμεί αίτηση πτώχευσης, εξυγίανσης ή υπαγωγής στον ν. 3869/2010, εκτός αν έχει προηγηθεί έγκυρη παραίτηση, όταν δεν έχουν παρέλθει δεκαπέντε μήνες από απόφαση υπαγωγής σε τέτοια διαδικασία, καθώς και όταν ο οφειλέτης έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για φοροδιαφυγή ή για ορισμένα σοβαρά οικονομικά εγκλήματα. Ο οφειλέτης που εξυπηρετεί κανονικά όλες τις οφειλές του μπορεί να ενταχθεί μόνο εφόσον επικαλείται επιδείνωση της οικονομικής του κατάστασης κατά είκοσι τουλάχιστον τοις εκατό (20%). Η καταγγελία της δανειακής σύμβασης από το πιστωτικό ίδρυμα ή την εταιρεία διαχείρισης δεν αποτελεί κώλυμα ένταξης, αφού η ύπαρξη ληξιπρόθεσμης οφειλής είναι συνήθως η αφετηρία της διαδικασίας.
Η αίτηση υποβάλλεται με τους κωδικούς Taxisnet του οφειλέτη, προσωπικά ή μέσω εξουσιοδοτημένου δικηγόρου (άρθρα 8 και 9), και προϋποθέτει την άδεια άρσης του τραπεζικού και φορολογικού απορρήτου του οφειλέτη, του ή της συζύγου ή του συντρόφου με σύμφωνο συμβίωσης, των εξαρτώμενων μελών, καθώς και των συνοφειλετών και εγγυητών (άρθρο 12). Πέραν των στοιχείων που αντλούνται αυτόματα, απαιτούνται κατ' ουσίαν πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, ενιαίο πιστοποιητικό δικαστικής φερεγγυότητας και απόσπασμα ποινικού μητρώου. Ο χρόνος έκδοσης της ρύθμισης ποικίλλει: σε απλές υποθέσεις, χωρίς πολλούς συνοφειλέτες ή εγγυητές και χωρίς κληρονομικά ζητήματα, η ρύθμιση εκδίδεται σε λίγες εβδομάδες, ενώ σε σύνθετες υποθέσεις η διαδικασία μπορεί να διαρκέσει έως και έξι μήνες.
Από την οριστική υποβολή της αίτησης αναστέλλεται, κατά το άρθρο 18, η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του οφειλέτη για τις οφειλές που περιλαμβάνονται στην αίτηση, καθώς και η ποινική δίωξη για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο και μη απόδοση ασφαλιστικών εισφορών, έως την περάτωση της διαδικασίας. Η αναστολή δεν καταλαμβάνει πλειστηριασμό που έχει οριστεί να διενεργηθεί εντός τριών μηνών από την υποβολή της αίτησης, ούτε τις προπαρασκευαστικές πράξεις πλειστηριασμού του ενέγγυου πιστωτή, συμπεριλαμβανομένης της κατάσχεσης. Επιπλέον, η υποβολή της αίτησης δεν επηρεάζει τις προθεσμίες άσκησης ένδικων βοηθημάτων, όπως την προθεσμία των δεκαπέντε εργάσιμων ημερών για την άσκηση ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής (άρθρο 632 ΚΠολΔ).
Η πρόταση ρύθμισης για τις οφειλές προς το Δημόσιο και τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης παράγεται από τον αλγόριθμο της πλατφόρμας (άρθρα 21 και 22), ενώ οι χρηματοδοτικοί φορείς υποβάλλουν δική τους πρόταση (άρθρο 14), την οποία ο οφειλέτης μπορεί να αποδεχθεί ή να απορρίψει, με δικαίωμα προσφυγής σε διαμεσολάβηση (άρθρο 15). Η ρύθμιση φτάνει έως διακόσιες σαράντα (240) μηνιαίες δόσεις για τις οφειλές προς το Δημόσιο και τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης και έως τετρακόσιες είκοσι (420) για τις οφειλές προς χρηματοδοτικούς φορείς, με σταθερό επιτόκιο κατά τις κανονιστικές παραμέτρους της πλατφόρμας. Η διαγραφή μέρους της οφειλής κρίνεται κυρίως με βάση τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, κατά την αρχή ότι οι πιστωτές δεν πρέπει να περιέλθουν σε δυσμενέστερη θέση από εκείνη της αναγκαστικής ρευστοποίησης: όσο μικρότερη είναι η περιουσία σε σχέση με το χρέος, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να είναι η διαγραφή, η οποία καταλαμβάνει και τόκους και προσαυξήσεις.
Με το άρθρο 14 του ν. 5313/2026 προβλέφθηκε επιπλέον, από τις 21 Σεπτεμβρίου 2026, η δυνατότητα ειδικής αντιπρότασης με διατήρηση της κύριας κατοικίας και ρευστοποίηση των λοιπών ακινήτων του οφειλέτη, οπότε για τον υπολογισμό της δόσης λαμβάνεται ως ακίνητη περιουσία μόνο η αξία της κύριας κατοικίας. Ως προς τις προηγούμενες ρυθμίσεις, το άρθρο 25 ορίζει ότι οι ρυθμίσεις των οφειλών προς το Δημόσιο και τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης που εντάσσονται στη σύμβαση αναδιάρθρωσης καταργούνται αυτοδικαίως, ενώ, υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, υφιστάμενη ρύθμιση που δεν εντάσσεται στην αίτηση μπορεί να διατηρηθεί.
Η σύμβαση αναδιάρθρωσης αποτελεί εκτελεστό τίτλο σε βάρος του οφειλέτη και των συνοφειλετών, εγγυητών και παρόχων ασφάλειας που την υπέγραψαν. Κατά το άρθρο 27, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 5313/2026, σε περίπτωση καθυστέρησης περισσότερων από τριών δόσεων ή ποσού που υπερβαίνει το τρία τοις εκατό (3%) της συνολικής ρυθμισμένης οφειλής, κάθε καταλαμβανόμενος πιστωτής δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση. Η καταγγελία ενεργεί μόνο ως προς τον καταγγέλλοντα πιστωτή, έναντι του οποίου αναβιώνουν οι αρχικές απαιτήσεις, οι οποίες καθίστανται αμέσως ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, ενώ οι τρίτοι που δεν υπέγραψαν τη σύμβαση δύνανται να ασκήσουν ανακοπή εντός είκοσι εργάσιμων ημερών από την επίδοση της επιταγής. Η δόση δεν αναπροσαρμόζεται αυτομάτως, πλην όμως, σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη, μπορεί να ζητηθεί από τον πιστωτή τροποποίηση της ρύθμισης.
